Thursday, September 20, 2007

ΓΙΑ ΤΟ ΜΑΡΑΚΙ




Στην προηγούμενη δουλειά μου δεν είχα πολλές σχέσεις για αρκετά χρόνια με συναδέλφους από άλλα τμήματα γιατί ήμουν σε ένα γραφείο κάπως απομονωμένο, μοιραζόμασταν σε πολλούς ορόφους και συνήθως είχα περίεργες ώρες εργασίας. Όταν η εταιρεία μετακόμισε και πήγαμε σε άλλο κτίριο τα πράγματα άλλαξαν άρδην. Είχαμε πλέον το αμερικανικό σύστημα, σ'έναν όροφο όλοι, χωρίς ξεχωριστά γραφεία, παρά μόνο κάτι κοντά χωρίσματα με γυαλί, όλοι έβλεπαν όλους και όλοι άκουγαν όλους. Έτσι πρωτοβγήκα από την «τρύπα» μου στον κόσμο. Γνώρισα αρκετούς συναδέλφους, όμως μία ήταν αυτή που ξεχώριζε. Η Μαρία από το διπλανό... παραπέτασμα. Πάντα ερχόταν μέσα στην ησυχία μας και στον αποκλεισμό μας -προσπαθώντας να εργαστούμε σε έναν πλέον ενιαίο χώρο- να μας αναστατώσει, να μας ξεσηκώσει, να μας αναγκάσει να σηκώσουμε κεφάλι από το γραφείο και να ξεκολλήσουν έστω για λίγο τα μάτια μας από τον υπολογιστή. Είχε τον τρόπο της να σπάει αυτήν την αφύσικη ηρεμία και ησυχία. Πειραχτήρι, ζωντόβολο, ακόμη και όταν έκλεινε πάνω από δωδεκάωρο εκεί μέσα εξακολουθούσε να έχει αυτήν τη ζωντάνια, αυτήν την ενέργεια. Τα κορίτσια του διπλανού γραφείου πάντα έβρισκε έναν καινούργιο τρόπο να τα τρομάξει, να τα κάνει να στριγγλίσουν, να πεταχτούν από την καρέκλα τους, να τα ακούσει όλη η εταιρεία. Τον Η τον έκανε πάντα να τρώει το μούσι του με τα νάζια και τα πειράγματά της. Την προϊσταμένη του δικού μου τμήματος την έφερνε πολλές φορές στα όριά της, καθώς δεν χαμπάριαζε στο πόσο δουλειά έχουμε ή πόσο βιαζόμαστε, πάντα ερχόταν να με διακόψει για να μου πει για το τι έκανε το βράδυ ή πώς να πειράξουμε το διπλανό γραφείο, αλλά πιο πολύ γιατί ήξερε ότι έτσι έσπαγε τα νεύρα της προϊσταμένης. Πόσες φορές είχαμε πει να βγούμε ένα καλό τιμ από τη δουλειά μόλις τελείωνε το ωράριο. Πάντα κάτι ερχόταν και συνεχώς το αναβάλαμε. Ο Η της είχε αδυναμία και κοκκίνιζε κάθε φορά που του έδινε ένα φιλί στο μάγουλο και κείνη το 'ξερε και το έκανε συχνά για να τον φέρνει σε αμηχανία. Η Μαρία πάλι ενώ ήταν σούπερ πειραχτήρι είχε βρει τον μάστορά της μαζί μου. Είχα βρει το κουμπί της και συχνά την έκανα να κοκκινίζει με τα κολακευτικά σχόλια που της έλεγα ή την ξάφνιαζα πριν αυτή προλάβει να τρομάξει τις κοπέλες του διπλανού γραφείου. Κάθε φορά που έφευγε με άδεια, η απουσία της στα γραφεία μας ήταν αισθητή, υπήρχε μια βουβαμάρα, μια παγωμάρα, όλα ήταν χλιαρά, μαυρόασπρα.
Τζουμπ, γυρνούσε το Μαράκι και όλα έπαιρναν πάλι χρώμα, δηλαδή τι χρώμα, πολλά χρώματα, τα πάντα ξαναζωντάνευαν, η μουγγαμάρα χανόταν στο καλάθι των αχρήστων και ο Η έλιωνε και μαζί του όλη η παγωμάρα στον όροφο. Ερχόταν πάντα να μου πει τις λεπτομέρειες του ταξιδιού της. Της άρεσαν τα ταξίδια με μηχανή, τα οποία λάτρευα και γω. Ο Η έσκαγε και έτρωγε το μουσάκι του, η προϊσταμένη φούντωνε αλλά ποτέ δεν μιλούσε γιατί και το Μαράκι ήταν η υπεύθυνη του διπλανού τμήματος και δεν μπορούσε να της την πει.
Όταν πήρα την απόφαση και μάζεψα τα μπογαλάκια μου για την Πάνω Πόλη, το Μαράκι ήρθε με φόρα γεμάτο συγκίνηση με αγκάλιασε, με φίλησε, μου ευχήθηκε τα καλύτερα. Είπαμε να μη χαθούμε αλλά τελικά χαθήκαμε.

Ήθελα αυτές τις μέρες να της στείλω μια πρόσκληση για κάτι πολύ σημαντικό που ήθελα πολύ να το μοιραστώ και μαζί σας υπό διαφορετικές συνθήκες...
Δυστυχώς, άλλη μια αναθεματισμένη Κυριακή, που το καταραμένο τηλέφωνο κτύπησε, ενώ ήμουν στη δουλειά. Ήταν ο Η ήθελε να μου πει ότι η Μαρία, το Μαράκι... έφυγε.
Έπειτα από ένα δωδεκάωρο στη δουλειά, καβάλησε τη μηχανή της για να πάει σπίτι. Στον δρόμο της ένας πιτσιρικάς με αυτοκίνητο έχασε τον έλεγχο του και έπεσε πάνω της...
Είναι μέρες τώρα που δεν μπορώ ενώ θέλω να γράψω. Είναι μέρες τώρα που νιώθω τόσο βαρύς ενώ δεν τρώω. Είναι μέρες τώρα που νιώθω μια βουβαμάρα ενώ γίνεται γύρω μου χαμός, είναι μέρες τώρα που όλα έγιναν μαυρόασπρα ενώ γύρω μου υπάρχουν χρώματα.
Είναι μέρες τώρα που δεν μπορώ να το πιστέψω...

Συγχωρέστε με για τη μαυρίλα μου.

Σήμερα θα πάω να πειράξω λίγο τις κοπέλες στη καινούργια μου δουλειά (8μηνο και βάλε), θα τις ξεσηκώσω, θα προσπαθήσω να βάλω χρώμα στο γραφείο...

Εσύ Μαράκι, μάλλον θα 'χεις πολλή δουλειά εκεί πάνω...

Ομως ακόμη και αυτές οι στιγμές θέλουν τη μουσική, χωρίς μουσική δεν μπορούσε το Μαράκι